Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Κοντσέρτο Ερωτικό

Βλέμμα αέρινο φορώ  Και στους αιθέρες σεργιανάω Έβενος είν΄ ο ορίζοντας  ατέλειωτος σαν χάος
Βράζουν της γης τα σωθικά  και το ηφαίστειο μέσα μου τραντάζουν    με πένα πύρινη σκιτσάρεται η καρδιά  σταγόνες λάβας στάζουν  
Ενώνονται απόψε στο  χαρτί  γράμματα και σύμβολα εξοστρακισμένα    Ένα κοντσέρτο ερωτικό  για πλάσματα τόσο μα τόσο φοβισμένα
                                          Δήμητρα Λογγίνου 

Το πυροφάνι



Μια ζωή γεμάτη θάλασσα, μια ζωή γεμάτη από νοσταλγία, αρμύρα, αγωνία και μοναξιά. Ο Αντρέας γνώριζε πολύ καλά τι σημαίνει να είσαι ψαράς, τι σημαίνει να παλεύεις μέρα και νύχτα με το αδάμαστο υγρό στοιχείο για να βγάλεις το ψωμί σου. Ήξερε πως οι αληθινές αξίες της ζωής  αποκτιούνται με κόπο και μόχθο.
 
 Άντρας γύρω στα σαράντα, καστανόξανθος , γεροδεμένος με χέρια γεμάτα ρόζους.  Συχνά τον αποκαλούσαν «σκουριασμένο μυαλό» , όμως δεν έδινε σημασία. Ήξερε πως με το χρόνο εκείνο που αλλάζει είναι η τεχνολογία, η καρδιά του ανθρώπου μένει αναλλοίωτη, αγέραστη.  Μένει να αναζητά αδιάλειπτα  την αγάπη που μιλά αμέσως σα θύελλα στη ψυχή του ανθρώπου.

«Ασχολήσου με ιχθυοκαλλιέργειες.» τον συμβούλευε ο Μιχάλης, ο πλουσιότερος  ιχθυοπώλης του νησιού. Μα πώς να  αποχωριζόταν την Παντάνασσα;  Το καΐκι αποτελούσε  για κείνον αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής του. Ήταν το προσκεφάλι στο οποίο έκρυψε τα δάκρυά του για τον άδικο χαμό του καπετάνιου πατέρα του, η παρηγοριά του για την προδοσία της πρώτης του αγαπημένης, το δαχτυλίδι με το οποίο ζήτησε ένα μενεξεδένιο δειλινό την Νικολέτα σε γάμο, το κρεββάτι που του χάρισε τα δύο παιδιά του, τη Μαρία και τον Άγγελο.

  Η Μαρία, δέκα χρονών κοριτσάκι ήξερε απέξω κι ανακατωτά όλων των ειδών τα  ψάρια. Το ίδιο και ο αδερφός της, που αν και δύο χρόνια μικρότερος, γνώριζε όλα τα μυστικά της τέχνης του καλού ψαρέματος. Αμέτρητες φορές είχαν ξυπνήσει στις πέντε το πρωί για να συντροφεύσουν τον πατέρα τους στη δύσκολη αποστολή του. Τη μια του μάζευαν τα δίχτυα την άλλη τον βοηθούσαν με το παραγάδι , δείχνοντας υπομονή και πείσμα.  Το αγαπημένο τους όμως ήταν το πυροφάνι.

 Πόσο λάτρευαν να ψαρεύουν με αυτό τον τρόπο. Είτε στα βράχια είτε με βάρκα το πυροφάνι αποτελεί μια μοναδική ιεροτελεστία . Έχοντας στις αποσκευές τους λάμπες λουξ , δαδιά ,καμάκια και απόχες, ξεκινούσαν από το σπίτι τους, περίπου τα μεσάνυχτα  για την πιο απόμερη παραλία του νησιού.

  Στο δρόμο οι πλάκες  και τα πειράγματα δεν είχαν τελειωμό.  «Όποιος  πιάσει τη μικρότερη ψαριά , θα καθαρίζει το δωμάτιο για ένα μήνα» έλεγε η Μαρία, όποτε ήθελε να δώσει λίγο αέρα ανταγωνισμού  στην όλη διαδικασία.  «Εσύ στην ηλικία μου δεν είχες ιδέα τι πάει να πει ψάρεμα», της απαντούσε ο Άγγελος ξέροντας την αχίλλειο πτέρνα της.  «Η Μαρία στην ηλικία σου δεν είχε μια αδερφή για να την προσέχει», τον νουθετούσε ο πατέρας, θέλοντας να του θυμίσει κάποια παλιά του απερισκεψία και ότι στην ουσία στην  αδερφή του όφειλε το ότι ερχόταν κι αυτός για ψάρεμα.  Κατά βάθος όμως,  καμάρωνε για το πόσο θαρραλέο  αντράκι ήταν ο γιος του.

 Τις φορές που  είχαν αποφασίσει να ψαρέψουν στα βράχια , μόλις έφταναν στην ακροθαλασσιά,  άναβαν τις λάμπες ή τα δαδιά  και το τοπίο μεμιάς φορούσε τη μαγευτική φορεσιά της νυχτερινής αλμύρας . Τα παιχνιδιάρικα κύματα γαργαλούσαν τις πατούσες των παιδιών, ενώ εκείνα έψαχναν με λαχτάρα να ανακαλύψουν  κάποιο νυχτερινό επισκέπτη  ανάμεσα στα χωρίσματα των πετρωμάτων , την πολυπόθητη λεία τους.

 Άλλοτε πάλι, καθώς περπατούσαν το μυαλό τους ξέφευγε από το στόχο και χάζευε τον υδάτινο μανδύα, τον κεντημένο  με ασημένια και χρυσά λαμπυρίσματα  από το φως του φεγγαριού και της λάμπας.  Μα σαν καταλάβαινε ο πατέρας πως τα παιδιά του είχαν χαθεί κυριολεκτικά μέσα στον ειρμό των σκέψεών τους, τούς έλεγε  περιπαικτικά  « Μάλλον σήμερα μόνος μου θα τη βγάλω τη δουλειά. » Τότε ήταν που ο Άγγελος και η Μαρία ξυπνούσαν από τα όνειρά τους και ξαναθυμόντουσαν τον σκοπό της βραδινής τους βόλτας.

 Η αναζήτηση όμως αυτή δεν ήταν πάντα  ξέγνοιαστη . Ο Αντρέας ποτέ δεν θα ξεχάσει το πώς κόντεψε μια νύχτα, να χάσει το γιο του. « Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τη λάμπα για να καμακώσετε σουπιές. Οι σουπιές δεν αντέχουν το φως, θαμπώνουν. Θα σας είναι εύκολο θα τις πιάσετε με το καμάκι. Μη διανοηθείτε όμως να κάνετε το ίδιο με τα καβούρια», τους είχε πει.  «Γιατί;»  ρώτησε ο Άγγελος. « Γιατί, το καβούρι δύσκολα πιάνεται με καμάκι. Πρέπει να ξέρεις πώς να πιάσεις τις δαγκάνες του για να μη σε δαγκώσει  Αν το δεις, φώναξε εμένα».

 Όμως όταν ο Άγγελος  είδε τα καβούρια να περπατούν στα βράχια σχεδόν κοκαλωμένα από το φως, ξέχασε τι του ‘χε πει ο πατέρας του  κι άπλωσε το χέρι του να πιάσει ένα από αυτά.  Μην υπολογίζοντας σωστά, γλίστρησε κι έπεσε προς τα πίσω, απότομα, μέσα στο νερό. Η Μαρία , που βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά του, έτρεξε γρήγορα , έπεσε στη θάλασσα και έβγαλε έξω τον αδερφό της.

 Ο Αντρέας τρόμαξε τόσο πολύ με το περιστατικό,  που έκανε δύο μήνες να τον ξαναπάρει μαζί  του για ψάρεμα.  Κι ούτε θα το έκανε, αν η Μαρία δεν του υποσχόταν πως από εδώ και πέρα θα είχε πάντα υπό την επίβλεψή της τον αδερφό της και ότι θα τον σταματούσε, αν του ξαναπερνούσε η ιδέα να παρακούσει τις εντολές του. Το ατύχημα του Άγγελου ήταν και ο λόγος που ο Αντρέας αποφάσισε να παίρνει μαζί του τα παιδιά μόνο για ψάρεμα με τη βάρκα.

 Μα και το πυροφάνι μέσα στο θαλασσινό νερό αποτελούσε και για τους τρεις μια εξίσου ιδιαίτερη , συναρπαστική εμπειρία.  Κάθε φορά που έφταναν στην ακτή, λίγο πριν επιβιβαστούν στην βάρκα, ο πατέρας τοποθετούσε τη λουξ λάμπα στο πίσω μέρος της βάρκας , τους έδινε από μία απόχη και τους έλεγε «Τη θάλασσα δεν πρέπει να τη φοβάστε, πρέπει όμως να τη σέβεστε. Δεν μπορείτε να παρακούτε το θέλημά της, γιατί θα σταθεί σκληρή μαζί σας. Άμα δεν έχει όρεξη να σας δεχτεί στην αγκαλιά της να ψάξετε τα σωθικά της μην πάτε για ψάρεμα. Άστε την να βγάλει τον θυμό της κι όταν πια σταματήσει τη φουρτούνα χαϊδέψτε  την απαλά με τα δίχτυα σας.» ο Άγγελος και η Μαρία χαμογελούσαν και με ένα σάλτο λάμβαναν  θέση για το βραδινό τους ταξίδι. Σαν ανοίγονταν στο πέλαγος , παρατηρούσαν τους αστερισμούς στον ουρανό. Άλλοτε λαχταρούσαν να πέσει κάποιο αστέρι για να ευχηθούν κάτι στα κρυφά κι άλλοτε έψαχναν να βρουν την πούλια με τον Αυγερινό. Τότε ήταν που εξιστορούσαν ο ένας στον άλλο το παραμύθι  που τους είχε πει η γιαγιά τους για να τους δείξει τη δύναμη της αδελφικής αγάπης .

 Για το πώς η μητριά της Πούλιας ήθελε να τη σκοτώσει και να  τη χωρίσει από τον ετεροθαλή αδερφό της,  για το πώς ένα πουλάκι συμβούλεψε τον Αυγερινό να κλέψει τις κορδέλες της Πούλιας , ώστε να τον κυνηγήσει και να σωθεί από τον θάνατο, για το πώς τα δύο αδέρφια με μια χτένα, λίγο σαπούνι και αλάτι κατάφεραν να εξουδετερώσουν τη βασίλισσα και για το πώς ύστερα από πολλές περιπέτειες η Πούλια και ο Αυγερινός έγιναν αστερισμοί στον ουρανό.

 Έτσι η ώρα περνούσε και  έφταναν στο σημείο που όριζε ο προορισμός τους. Ο πατέρας άφηνε το κουπί , δυνάμωνε το φως και η γιορτή ξεκινούσε.   Θαμπωμένα από τις πυρακτωμένες λευκές ακτίνες της λάμπας, γαριδούλες, σαρδέλες και μαρίδες, μαζεύονταν  στον αφρό λούζονταν και λικνίζονταν με χάρη. Αυτό ήταν και το σινιάλο για να ξεκινήσει το κυνήγι της απόχης. Με γοργό ρυθμό τα παιδιά επιδίδονταν σε ένα ξέφρενο χαρούμενο παιχνίδι.  Έπιαναν την απόχη τους και τη βουτούσαν μέσα στο νερό για να πιάσουν όσο το δυνατόν περισσότερα αφρόψαρα, να τα τοποθετήσουν στο καλάθι και να επιστρέψουν ξανά στο νερό για μια νέα προσπάθεια.

 Ο Αντρέας τα κοιτούσε θαυμάζοντας το πάθος τους, ενώ ταυτόχρονα χαιρόταν που τους είχε μεταλαμπαδεύσει το δικό του μεράκι για τη θάλασσα.  Κι ήταν αυτές οι στιγμές που συνειδητοποιούσε πώς η ευτυχία κρύβεται στα λίγα και απλά κι όχι στα πολλά και περίτεχνα. Ήταν εκείνες οι στιγμές που τον έκαναν να νιώθει περήφανο που δεν είχε πιέσει τη ζωή να του δώσει κάτι περισσότερο από εκείνο που η ίδια ήθελε. Ήταν εκείνες οι στιγμές που συνειδητοποιούσε πως δεν έχει κανένας δικαίωμα να ζητά από τη μοίρα του την ευτυχία, αν δεν τη δημιουργήσει από μόνος του.
Λογγίνου Δήμητρα 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις